Δευτέρα

Πόσο κοντά είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση από την Παυλίνα Κωνσταντάρα


Καθόταν σε ένα παραλιακό καφέ στο Ναύπλιο και έπινε ένα freddo espresso, ακριβώς όπως του άρεσε. Τι ωραία που ήταν η ζωή! Απέναντι του καθόταν η γυναίκα του, και στην αγκαλιά της κρατούσε το μόλις ενός μηνός μωρό τους. Δίπλα του η μεγάλη του κόρη, ήσυχη ζωγράφιζε και σιγοψιθύριζε ένα παιδικό τραγουδάκι. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από τη ζωή; 
Την ησυχία έσπασε η φωνή της γυναίκας του: ‘Μωρό μου, δεν πάμε σπίτι; το μωρό κουράστηκε και εγώ ζεσταίνομαι‘. 

Κρίμα, σκέφτηκε, δεν πρόλαβα ούτε να πιω τον καφέ μου. ‘Ναι, πάμε‘ της είπε. Πληρώσανε και ξεκίνησε να μαζεύει τις ζωγραφιές της κόρης του για να φύγουν.
Η μικρή  μάλλον δε συμφωνούσε και άρχισε να γκρινιάζει να μη φύγουν. Αυτός υπομονετικά της εξήγησε οτι θα συνεχίσει να ζωγραφίζει σπίτι. Κουνώντας τα χεράκια της καταλάθως έσπρωξε το ποτήρι με το freddo, ο οποίος έπεσε πάνω στα φρεσκοπλυμένα του αθλητικά. ‘Δεν πειράζει‘, σκέφτηκε, ‘παιδί είναι, ζημιές θα κάνει‘. Αφού καθάρισε όσο μπορούσε το παπούτσι του, μάζεψε όλες τις ζωγραφίες και τους μαρκαδόρους, έβαλε όλα τους τα πράγματα στο καρότσι και προσπάθησε με μεγάλη δυσκολία να περάσει ανάμεσα από τα τραπέζια για να βγει στο δρόμο, σέρνοντας σχεδόν τη μικρή που ρωτούσε γιατί δεν μπορούν να κάτσουν λίγο ακόμα. Η γυναίκα του ακολουθούσε με το μωρό στην αγκαλιά. Ενας ευγενικός κύριος τον βοήθησε να κατεβάσει το καρότσι στο δρόμο, όταν η γυναίκα του θυμήθηκε οτι ξέχασε στο τραπέζι τα γυαλιά της και του έδωσε στο χέρι το μωρό για να τρέξει να τα πάρει. Η τσάντα με τις πάνες γλίστρισε απο τον ώμο του και έπεσε ανάποδα, αφήνοντας τις μισές πάνες να πέσουν στο δρόμο.

Την ώρα εκείνη, την ώρα που στο ένα του χέρι κρατούσε το καρότσι και το μωρό και στο άλλο το παιδί, την ώρα που οι πάνες χυνόντουσαν στο δρόμο και το παπούτσι του ήταν γεμάτο καφέ, από την άλλη κατεύθυνση, σα σε αργή κίνηση εμφανίστηκε ένα ζευγάρι. Eνα αγόρι αδύνατο με μαλλιά που πέφτανε μέσα στο πρόσωπο του, κρατούσε απο το χέρι ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι από αυτά που γυρίζεις ασυναίσθητα να κοιτάξεις. Φορούσε ένα τζιν σορτσάκι και ένα λευκό πουκάμισο στενό, τα δυό κουμπιά που ήταν κουμπωμένα έδειχναν έτοιμα να ανοίξουν. Ήταν φανερό ότι δεν φορούσε τίποτα από μέσα. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν μαζεμένα με τα γυαλιά της και γελούσε με κάτι που της έλεγε το αγόρι. Πόσο όμορφη ήταν!

Την κοίταξε και ξάφνου συνειδητοποίησε οτι, και να ήθελε,
δε θα μπορούσε να τη φλερτάρει. Ποιος, αυτός, που όταν έβλεπε μια γυναίκα που του άρεσε, δεν της άφηνε περιθώριο να μην τον προσέξει. Είχε τον τρόπο του... Είδε εκείνη τη στιγμή στα μάτια της την εικόνα του. Σίγουρα δεν ήταν καθόλου γοητευτικός στα μάτια της. Πάγωσε.

Απο τον Παράδεισο στην Κόλαση σε χρόνο dt, έτσι ένιωσε.

Βάλανε όλα τους τα πράγματα στο αυτοκίνητο και κακοδιάθετος οδήγησε μέχρι το σπίτι. Κάθισε στο μπαλκόνι και έφερνε στο μυαλό του τις εικόνες της ανεμελιάς του. Ολα όσα πέρασαν, όλα όσα δε μπορούσε να κάνει πια. Σκεφτόταν την κοπέλα με το τζιν σορτσάκι και την αυθάδεια με την οποία θα τη φλέρταρε πριν απο λίγα χρόνια. Σκέφτηκε και το βλέμμα της, που πέρασε απο πάνω του σα να ήταν αόρατος.

‘Μπαμπά μου, θα είμαστε μαζί όλα τα καλοκαίρια του κόσμου;‘ ρώτησε η μικρή πίνοντας την Αμιτα της ενώ παράλληλα μασούσε και το καλαμάκι.

Ευτυχώς που και απο την Κόλαση περνάς στον Παράδεισο με την ίδια ευκολία, σκέφτηκε χαμογελώντας.

































Zumba, Ζουμπα, εκλογες, γυναικα, ερωτας, αγαπη, ψυχολογία, λαμψη, σφαίρα, ρυθμος,δίαιτα, life,έξοδος,συνταγές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου